case-law-677940

 

Η δικαιοσύνη αποτελεί την πρώτιστη αρετή των κοινωνικών, δημοκρατικών θεσμών.
Όμως εδώ χρειάζεται μία διάκριση εννοιών γιατί η σύγχυση δημιουργεί τεράστια προβλήματα για την περί δικαίου αντίληψη των πολιτών και εν τέλει για την εμπιστοσύνη τους στον θεσμό της δικαιοσύνης.

Η δικαιοσύνη συνταγματικά είναι μία από τις τρεις ανεξάρτητες εξουσίες, οι οποίες διασφαλίζουν την θεσμική λειτουργία της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που θεμελιώνεται στο Σύνταγμά μας. Οι άλλες δύο εξουσίες όπως προκύπτουν από το Σύνταγμα είναι η εκτελεστική εξουσία και η νομοθετική εξουσία.

Η κοινωνική δικαιοσύνη, ως έννοια, είναι πρωτίστως πολιτική έννοια, πηγάζει από το Σύνταγμα και διασφαλίζεται από την καλή λειτουργία των εξουσιών επί τη βάσει των Συνταγματικών προβλέψεων. Η κοινωνική δικαιοσύνη και ο θεσμός της δικαιοσύνης στο μυαλό κάποιων πολλών κυβερνητικών στελεχών ταυτίζονται εσφαλμένα, αφού οι ίδιοι αντλούν αναφορές από τα λαϊκά δικαστήρια που έχουν στο μυαλό τους, ως την επιτομή της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η δικαιοσύνη, ως ανεξάρτητη εξουσία, έχει ως σκοπό την διασφάλιση της καλής θεσμικής λειτουργίας των δύο άλλων εξουσιών και της καθολικής εφαρμογής των νόμων με ισονομία προς όλους τους πολίτες, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι οι νόμοι είναι σύμφωνοι με τις συνταγματικές προβλέψεις.

Τα δικαιώματα που εγγυάται η δικαιοσύνη δεν υποτάσσονται ούτε σε πολιτικές διαπραγματεύσεις ούτε σε υπολογισμούς κοινωνικών συμφερόντων ( όπως τα αντιλαμβάνεται ο καθείς).
Συνεπώς η δικαιοσύνη, ως εξουσία και ως έννοια μη πολιτική, διασφαλίζει όσον αφορά τους πολίτες τα βασικά δικαιώματα και ελευθερίες τους, ως ελευθέρων και ίσων προσώπων επί τη βάσει των νόμων, αίτημα απόλυτης προτεραιότητας για κάθε θεωρία δημοκρατικών θεσμών. Κάθε πρόσωπο διαθέτει μία απαραβίαστη αξία η οποία θεμελιώνεται στη δικαιοσύνη, ώστε ακόμη και η ευημερία της κοινωνίας ως συνόλου να αδυνατεί να κατισχύσει αυτής.

Σημαντικότατο είναι, ως θεμελιώδης απαίτηση για ενίσχυση του αισθήματος δικαιοσύνης των πολιτών, η εμπιστοσύνη τους προς τον θεσμό της δικαιοσύνης. Η σημαντικότερη αμφισβήτηση έναντι της δικαιοσύνης προκύπτει κυρίως από την κακή λειτουργία της νομοθετικής εξουσίας, με το πλήθος των αναποτελεσματικών και αντιφατικών νόμων, δευτερευόντως από τις γραφειοκρατικές διαδικασίες του δικαστικού μας συστήματος, και τελευταία από τις ίδιες τις αποφάσεις των δικαστηρίων.

Και εδώ προκύπτει η δεύτερη απαίτηση από τις άλλες δύο εξουσίες και κυρίως από την εκτελεστική. Η εκτελεστική εξουσία επιδιώκει να έχει περισσότερες ελευθερίες, εν τούτοις θα πρέπει να αυτοπεριορίζεται στις λειτουργίες της ώστε να μην υπερβαίνει τις συνταγματικές υποχρεώσεις της λόγω ιδεολογικών αντιλήψεων και πολιτικών/κομματικών συμφερόντων. Εάν δεν το κάνει, επαφίεται στην δικαστική εξουσία να την περιορίσει, προκειμένου να διασφαλίσει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών, όπως καθορίζονται από το Σύνταγμα και τους νόμους, από τις ιδεολογικές και πολιτικο-κομματικές αυθαιρεσίες.

Μία τρίτη και σημαντικότατη απαίτηση ως προς την δικαιοσύνη αφορά τους ίδιους τους πολίτες, στους οποίους έγκειται η ενεργοποίηση των δυνάμεων του πρακτικού λόγου, της γνώσης και της κριτικής σκέψης που διαθέτουν, στο πλαίσιο της έλλογης αντίληψής τους για το ατομικό και κοινωνικό αγαθό. Ο μεγάλος βαθμός συμφωνίας μεταξύ των αντιλήψεων και της δικαιοσύνης είναι ένα από τα προαπαιτούμενα για μία βιώσιμη ανθρώπινη κοινότητα.

Η καλλιέργεια δυσπιστίας, κλίματος αδικίας και πικρίας διαβρώνει τους δεσμούς της κοινωνικής συμβίωσης και της πολιτικής καλοπιστίας, και οδηγεί τους ανθρώπους σε καχυποψία και εχθρότητα, οι οποίες τους ωθούν να ενεργούν με τρόπους που άλλως θα απέφευγαν.
Συνεπώς η επίθεση στην δικαιοσύνη που ενασκείται τόσο απροκάλυπτα από εκπροσώπους της εκτελεστικής εξουσίας, και μάλιστα από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, δείχνει ξεκάθαρα ότι θέλουν να αυτονομηθούν από τον έλεγχο που τους ενασκείται από την ανεξάρτητη δικαστική εξουσία. Και η αυτονόμηση αυτή δεν είναι καλός οιωνός για την δημοκρατία μας, αφού τότε θα τους επιτρέπεται να προβαίνουν σε αυθαιρεσίες οι οποίες να υπερβαίνουν τις συνταγματικές τους δεσμεύσεις.

Για να γίνει αυτό βέβαια, απαιτείται πέραν του κλονισμού της εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνη από τους πολίτες, και η σταδιακή χειραγώγηση της δικαστικής εξουσίας με την διάβρωση των δικαστικών λειτουργών στα ανώτατα όργανα της δικαιοσύνης.
Και κυρίως απαιτείται χρόνος της κυβέρνησης στην εξουσία, ώστε η διάβρωση των θεσμών να γίνει προοδευτικά και ύπουλα σε όλα τα επίπεδα, ώστε τελικά να μπορεί να είναι εφικτή η οιαδήποτε συνταγματική εκτροπή

Οι αποκαλύψεις Βαρουφάκη, η χρησιμοθηρική μεθόδευση του δημοψηφίσματος, οι αδικαιολόγητες και στοχευμένες επιθέσεις στη δικαιοσύνη, οι μεθοδεύσεις με τους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων και η άμεση πρόσληψη της κ. Θάνου αμέσως μετά την συνταξιοδότησή της ως συμβούλου του πρωθυπουργού, καθώς και οι αυθαιρεσίες που διενεργούνται στον τρόπο που λειτουργεί η νομοθετική εξουσία, μας δείχνουν το δρόμο που έχει επιλέξει να ακολουθήσει η κυβέρνηση.

Και δυστυχώς ο δρόμος αυτός είναι βορβορώδης και αδιέξοδος.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s